Εκτύπωση

ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΥ

 

 

 

Νεόφυτος Παπαλαζάρου

Γεννήθηκε στο χωριό Χολέτρια της επαρχίας Πάφου στις 23 Μαίου 1963.

 

Σπούδασε δημοσιογραφία στη Σόφια της Βουλγαρίας και εργάζεται ως Αρχισυντάκτης στο «ΕΡΓΑΤΙΚΟ « εβδομαδιαία εφημερίδα της ΠΕΟ. Πρωτοεμφανίστηκε στη Κυπριακή ποίηση

---το 1986 με την ποιητική συλλογή, «Ματωμένες Μνήμες».

 

-Το 1995 ακολούθησε η συλλογή, «Η φλόγα»

-και το 2005 εκδόθηκε η 3η ποιητική του συλλογή, «Του έρωτα και της ζωής».

 

 -Το 2011 η 4η ποιητική συλλογή του Νεόφυτου Παπαλαζάρου, που φέρει τον τίτλο, «Ηλικία των δέντρων».

 

Σε παγκύπριο διαγωνισμός ποίησης της ΕΔΟΝ το 2009, βραβεύτηκε το ποίημά του «Η πλύστρα».

 

-Ο Νεόφυτος Παπαλαζάρου, εκτός από την Ποίηση ασχολήθηκε και με την πεζογραφία, συγγραφή θεατρικών έργων και την πολιτική-ιστορική έρευνα.

 

-Έχει γράψει το 1998 τα αφηγήματα «Η ΣΠΟΡΑ», 

-το 2004 με ομάδα δημοσιογράφων έγραψαν το βιβλίο «Με Αίμα στέριωσε η Δημοκρατία», που αναφέρεται στα τραγικά γεγονότα 1972-74.

 

-το 2010 έχει εκδόσει το βιογραφικό «Γιάννος Αναστάση μια ζωή για την αγροτιά»,

-το 2011 Το θεατρικό έργο «Μετρώντας τα άστρα»

-και επίσης το 2011 την έρευνα 70 χρόνια Λαικές Οργανώσεις Γερίου,

Δείγμα της ποίησης του και το ποίημα από την πρώτη του ποιητική συλλογή «Ματωμένες Μνήμες» που είναι και επίκαιρο:

 

Γράμμα στη μάνα μου

Μάνα,

Από καιρό έλεγα να σου γράψω

Να σου  λεγα για χίλια δύο πράγματα.

Εδώ στη ξενιτειά ατέλειωτες η ώρες που σε έχω ανάγκη.

Πήρα να σε  ζωγραφίσω με το γλυκό σου πρόσωπο,

Δακρυσμένα μάτια,

Σκασμένο στα χείλη χαμόγελο

«Μάνα μαυροντυμένη”.

Μάνα,

 κλαίς ακόμα σιωπηλά κάτω από τις φωτογραφίες των δύο παιδιών σου;

Κρατάς ακόμα αδειανές τις δύο καρέκλες στο τραπέζι;

Ψέματα σου είπαν μάνα πως πώς χάθηκαν

Δεν τους ακούς;

 Κάθε βράδυ την πόρτα σου χτυπούν.

Στο σκοτάδι δεν τους βλέπεις;

Δύο αστέρια αγκαλιασμένα,

Δείχνοντας σε μας την ορθή πορεία.

 

 

 

 

 

Θαλασσινό μοτίβο

 

Όμορφο το ξύπνημα από το μουρμουρητό της θάλασσας,

όταν ο ήλιος αργά-αργά αναδύεται μέσα από την

απεραντοσύνη της.

Kι’ εσύ, διστακτικά κάνεις βήμα-βήμα, να την

πλησιάσεις.

H θάλασσα ακαταμάχητα σε περιτριγυρίζει,

σε χαϊδεύει,

σε σαγηνεύει

και τελικά σε κάνει δικό της.

Όμορφο το ξύπνημα

από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα.

Aπό στιγμή σε στιγμή προσμένεις να αναδυθεί

από μέσα της η παραμυθένια γοργόνα,

για να σου πει το

μεγάλο της παράπονο.

Από την ποιητική συλλογή η ΦΛΟΓΑ

 

---

H Δεσποινού

 

Της αρέσει τα βράδια να κάθεται κάτω

από την κληματαριά και μέσα από τις

φυλλωσιές να μετράει ένα-ένα τ’ άστρα.

Tα μετράει όπως μετράει τα χρόνια που έζησε.

Δέκα … Eίκοσι … Tριάντα … Σαράντα …

Tης αρέσει ν’ ακούει το τιτίβισμα των πουλιών

στους πέτρινους τοίχους του σπιτιού της.

Nα παρακολουθεί τις προβατίνες που ερωτεύονται

με το παχουλλό κριάρι.

Να μυρίζει τον ιδρώτα του άνδρα, που λίγο η

Ιδιοτροπία, μπορεί περισσότερο όμως η φτώχεια,

να μην την άφησαν ποτέ να γευτεί.

H Δεσποινού προσμένει κάτω από την κληματαριά,

με μικρή έστω ελπίδα την επόμενη μέρα.

Από την ποιητική συλλογή η ΦΛΟΓΑ

 

 

Φιλιππούπολη

        Στον Iβάν, Aτελίνα και Έμιλυ

 

Πήρα τον σφιγμό των χιλιάδων χρόνων ζωής της,

αφουγκράστηκα τους δυνατούς κτύπους της καρδιάς της.

Bολεμένη στη θρακική πεδιάδα,

σταυροδρόμι της βαλκανικής χερσονήσου.

O Mακεδόνας Bασιλιάς κατακτά την πόλη και της δίνει

το όνομα του,

Φιλιππούπολη.

Oι Pωμαίοι στην συνέχεια κυριεύουν την πόλη

και την έχουν φέουδο τους.

H πόλη στεριώνει, γεννάει, ανθίζει.

Σπιτάκια ριζωμένα στους εφτά της λόφους,

στενά πέτρινα δρομάκια πνιγμένα

στο βαθύ ίσκιο των δέντρων

κι’ ο ποταμός Έβρος παντοτινά γαλήνιος,

παραβγαίνει κάτω από το ρωμαϊκό της θέατρο,

κρυφοκοιτάει τη διεθνή της έκθεση

και χάνεται σε μακρινό ταξίδι.

Eγώ συνεχίζω να ξεδιαλύνω το νόημα στις φωνές της

και να τη χαϊδεύω, σπιθαμή προς σπιθαμή.

Yπέροχο και το Πάρκο της Nεολαίας, με τους ερωτευμένους

να δίνουν αιώνιους όρκους αγάπης,

τον φιλόξενο κόσμο της να γυροφέρνει

τα πάρκα και τα μεχανά της.

Kαι από ψηλά, ο Aλόσια να στέλνει

συντροφικό χαιρετισμό.

---

Από την ποιητική συλλογή η ΦΛΟΓΑ

 

 

 «Tα όνειρα

Kαταθέσαμε

τα όνειρα μας

στην πυρά

και στους στόχους μας

στο χρονοντούλαπο

της ιστορίας.»

 

Από την ποιητική συλλογή του Έρωτα και της ζωής.

Oι μέρες του Iούλη (του 1974)

 

«Mέρες του Iούλη

Oι μέρες του Iούλη

ξερνούν φωτιά και λάβα

Oι μέρες του Iούλη

έχουν χρώμα κόκκινο

όπως το αίμα των παιδιών μας

που χάθηκαν.»

 

 «Tο αλητόσκυλο

κατασκήνωσε για καλά

έξω από την έπαυλη των ονείρων του.

Έγινε μόνιμος

Πελάτης

Των αρρωστημένων των φιλοδοξιών

Kόβει συνεχώς βόλτες έξω

από την πόρτα του κυρίου του

έτοιμος να προστρέξει

σε κάθε του επιθυμία

Eπιστρέφει πάντα

θεατής δριμύτερος

έτοιμος να γλείψει

την καρέκλα

της υποτέλειας του.»

 

 

Από την ποιητική συλλογή του Έρωτα και της ζωής.

 

 

 

 

Τα δέντρα

 

Την ηλικία των δέντρων δεν την αναγνωρίζουμε

από το ύψος τους,

ούτε και από τον βαθύ τους ίσκιο.

Την ηλικία τους την μαθαίνουμε από τους κύκλους

που κρύβονται στο κορμί τους.

Και τους ανθρώπους τους μαθαίνουμε

όχι από την χώρα προέλευσής τους

ούτε και ποιός είναι ο πατέρας και ο παππούς τους.

Τους αναγνωρίζουμε σε δύσκολες στιγμές

από τις πράξεις και τις συμπεριφορές τους.

Από την ποιητική συλλογή η Ηλικία των δέντρων

 

Η αγάπη

 

Η αγάπη

 δεν μετριέται με μέτρο,

ούτε και στο ζύγι ζυγίζεται.

Η αγάπη

 είναι βαριά όπως το σίδερο,

ανάλαφρη όπως το φτερό στον άνεμο.

Η αγάπη

 είναι άγρια όπως την καταιγίδα,

δροσάτη όπως το αγέρι της άνοιξης.

Η αγάπη

είναι μια όαση στη μοναξιά μας,

ένα βάλσαμο στην πονεμένη μας ψυχή.

Από την ποιητική συλλογή η Ηλικία των δέντρων

 

 

 

 

 

 

Η πλύστρα

 

Το όνομα σου δεν είναι Πηνελόπη,

ούτε και σε φωνάζουνε ωραία Ελένη.

Μια πλύστρα είσαι που σφουγγαρίζεις

στων αρχοντικών τις σκάλες,

και τα Σάββατα σιδερώνεις

 ωραία φορέματα

 και ακριβά κοστούμια

στα πολυτελή σαλόνια.

Ποτέ μια λέξη δεν έφυγε από το στόμα σου,

ούτε και μια γκριμάτσα διαμαρτυρίας

δεν ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό σου.

Εσύ δεν είσαι Πηνελόπη,

ούτε και σε φωνάζουνε ωραία Ελένη.

Μια καμπούρα είσαι

με πρόσωπο που δεν γεύτηκε

κρέμες και αρώματα.

Και στα χέρια

μόνιμα ρόζους και εγκαύματα είναι αποτυπωμένα.

Και όμως,

 στα μάτια σου

πάντα σιγοκαίει μια φλόγα.

Μια σπίθα

ξεπηδάει μέσα από το χλωμό σου πρόσωπο.

Κανείς όμως δεν γνοιάζεται για μια πλύστρα.

Ούτε το πρόσωπο κοιτά

αλλά περισσότερο δεν έχει μάτια

να κοιτάξει τη ψυχή σου.

Και όμως,

η Πηνελόπη αν ζούσε

θα ζήλευε

την υπομονή των σαράντα σου χρόνων.

Και η Ελένη θα υποκλινόταν στην ομορφιά της ψυχής

και της μεγαλοσύνης σου.

 

Υ.Γ. Το ποίημα κέρδισε το πρώτο βραβείο στο διαγωνισμό ποίησης του Κ.Σ. ΕΔΟΝ που έγινε τον Ιούλιο του 2009 προς τιμή των 65 χρόνων της ΑΟΝ-ΕΔΟΝ.

Από την ποιητική συλλογή η Ηλικία των δέντρων

 

 

Το τρυαντάφυλλο

 

Όταν από τη ζωή θα φύγω

μην με κλάψεις.

Πάνω στο μνήμα μου μια

τριανταφυλλιά να φυτέψεις.

Κάθε τόσο

 να έρχεσαι να την κοιτάς.

Στο βλέμμα σου και μόνο

η τριανταφυλλιά

θα μεγαλώνει

και θα ανθίζει.

Σε παρακαλώ να παίρνεις

πάντα ένα τριαντάφυλλο.

Μύριζε το,

νοιώθε το φιλί μου στα χείλη σου,

την ανάσα μου στο αυτί σου,

το χάδι μου στο πρόσωπο σου.

Tο τριαντάφυλλο ποτέ

μην μαδήσεις.

Ούτε ποτέ στο δρόμο να το πετάξεις.

Κάρφωσε το στο πέτο σου

άφησε το δίπλα από το κρεβάτι σου,

αν θες απάνω στο κομοδίνο σου.

Θα έρχομαι στον ύπνο σου

κάθε βράδυ να σου σιγοτραγουδώ.

Θα σου χαϊδεύω τα μαλλιά,

θα σε φιλώ και θα χάνομε μες το πρώτο φως της ημέρας

ευτυχισμένος που σε είδα να χαμογελάς στον ύπνο σου.

 

 Από την ποιητική συλλογή η Ηλικία των δέντρων

 

 

 

 

Οι αγνοούμενοι

 

Μας το’ παν καθαρά,

τώρα πια δεν υπάρχουν αγνοούμενοι.

Τους βρήκαν σχεδόν όλους.

Τους τακτοποίησαν επιστημονικά.

Τώρα τους θάβουμε έστω ημιτελείς,

αλλά με όλη τη μεγαλοπρέπεια.

Τους ανακηρύσσουμε δια βοής

ήρωες της πατρίδας.

Ευγνωμονούμε

τη μάνα και τον πατέρα

που τους γέννησαν,

τη σύζυγο

που καρτερικά τους περίμενε.

Ποιός όμως θα «τακτοποιήσει»

το πόνο της μάνας και του κύρη;

Ποιος θα δώσει τη χαμένη χαρά

των παιδιών που αναγιώθηκαν χωρίς πατέρα;

Ποιος θα δώσει πίσω

τα χαμένα χρόνια

του κοριτσιού που έζησε

χωρίς να γεύεται

τη ζεστή αγκαλιά του συζύγου της;

Ποιος επιτέλους

θα πει μια συγνώμη

 σε αυτούς

που τους άνοιξαν εσαεί

 μια αγιάτρευτη

πληγή στην καρδιά;

  

 Από την ποιητική συλλογή η Ηλικία των δέντρων 

 

 

Στη συνέχεια δίνουμε τρία διηγήματα από την συλλογή αφηγημάτων Η ΣΠΟΡΑ

 

 

 

 

Ο Μερέζας τζαι η ορμηνιά* του

 

Ο Ανδρέας Μερέζας ήταν ένας φτωχός φαμελιάρης με εφτά παιδιά. Εργατικός και πρόσχαρος άνθρωπος που όλοι τον εκτιμούσαν στη μικρή του κοινότητα. Είχε όμως καθώς έλεγαν οι συγχωριανοί του ένα «κουσούριν»* . Δεν ήθελε να δει Παπά μπροστά του. Στα παιδιά του έλεγε συχνά «Να χαρείτε με παπάν παρέα μεν κάμνετε».

 

Την αντιπάθεια του αυτή ο Μερέζας δεν την έκρυβε με τίποτα. Με κάθε ευκαιρία που του δινόταν την έκφραζε σε γνωστούς και αγνώστους. Η αλήθεια είναι πως απέφευγε να εξηγήσει τους λόγους της αντιπάθειας του αυτής. Οι χωριανοί του όμως γνώριζαν τους λόγους. Κάποιοι μάλιστα του έβρισκαν και δίκαιο.

 

Ο Μερέζας είχε «ξεκόψει» από καιρό με τον Θεό και τους Αγίους. Έλεγαν πως από τότε που πήρε μέρος στο μεγάλο πόλεμο στην Αίγυπτο και έτυχε να διαβάσει έργα των Μάρξ και Λένιν και να κάνει παρέα με μπολσεβίκους, δεν είχε και πολλά «αλίσια-βερίσια»* με παπάδες και θρησκείες. Η αλήθεια είναι όμως πως κάπου-κάπου εκκλησιαζόταν. Αλλά το πιο σημαντικό είναι πως ήταν τίμιος και κατατασσόταν στους παράγοντες του χωριού του. Ήταν πρωτοπόρος στους αγώνες για την πρόοδο της κοινότητας του. Πάντοτε βοηθούσε τους συγχωριανούς του, δεν έλεγε ποτέ ψέματα ούτε και έκλεψε ποτέ.

 

Ο Μερέζας δεν τα πήγαινε καθόλου καλά με τον ιερέα του χωριού του, τον Παπα Νεόφυτο.

 

Στο καφενείο του χωριού τους είχαν πολλές και ατέλειωτες συζητήσεις.

 

Ορμήνια = συμβουλή

Κουσούριν = ελάττωμα

Αλίσια-βερίσια = πάρε-δώσε

-             Ξέρεις ρε Μερέζα, του είπε μια φορά μεγαλόφωνα μέσα στο καφενείο του χωριού ο Παπα Νεόφυτος, ότι εσείς οι κομμουνιστές θα πάτε στην κόλαση;

-             Τζαι πιος σου είπε δάσκαλε ότι εγιώνι θέλω να πάω στον παράδεισο, του απάντησε ήρεμα ο Μαρέζας.

-             Δηλαδή συνειδητοποιάς ότι θα πάεις στον πυρ το εξώτερο, το ετοιμασμένο υπό του διαβόλου;

-             Άκουσε παπά μου, ο παράδεισος σίουρα εννάν  γεμάτος με μωρά, αθώα πλάσματα. Ενν να κλαίσιν, να θέλουν το ένα το άλλο. Όϊ, έχω εφτά έσσω μου κανεί. Να πάω στην κόλαση να γνωρίσω τον Μέγα Αλέξανδρο, το Μέγα Ναπολέωντα, το Λένιν, το Στάλιν, το Χίτλερ, Πατριάρχες, Αρχιεπισκόπους, αλλά πολλά φοούμε ενν’ νάβρω τζιαι παπάες όπως εσένα.

-             Δεν ντρέπεσαι ρε άπιστε και εκστομίζεις τέτοια ανήθικα; Οι Πατριάρχες και οι Αρχιεπισκόποι πάνε στην κόλαση;

 

Οργισμένος ο Παπανεόφυτος σηκώθηκε και έφυγε από το καφενείο.

 

Η γυναίκα του Μερέζα η Ελένη εκκλησιαζόταν συχνά, πίστευε στο Θεό και πότε – πότε έπαιρνε και τα παιδιά για να κοινωνήσουν.

 

Ήταν λοιπόν μια Κυριακή πρωί που η Ελένη ξύπνησε τα παιδιά, τα έντυσε με καθαρά ρούχα και τα πήρε εκκλησία για να κοινωνήσουν Τα παιδιά με περισσή ευλάβεια παρακολούθησαν την λειτουργία. Όταν ήρθε η ώρα που θα έπαιρναν το «σώμα και αίμα του Κυρίου» μπήκαν και αυτά στη γραμμή και περίμεναν τη δική τους σειρά.

 

Ο Παπά Νεόφυτος επιβλητικός όπως πάντα, πρόβαλε στην Ωραία Πύλη. «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε…».

 

-     Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού…

Ένας-ένας οι πιστοί μεταλάμβαναν.

-     Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού…

 

Ο Παπά Νεόφυτος σήκωσε το βλέμμα του για να δει τον επόμενο πιστό που ήταν ο Αναστάσης, γιος του Μερέζα. Μόλις τον είδε ο Παπάς έκανε ένα βήμα πίσω. Ο μικρός έμεινε με το στόμα ανοικτό και περίμενε.

 

-     Όχι, εσένα δεν σε μεταλαμβαίνω.

-     Μα θέλω, ψέλλισε ο νεαρός.

-     Όχι, ο πατέρας σου μου χρωστά το λειτουρκικό* και δεν το πληρώνει. Να πάεις σπίτι με τα αδέλφια σου και να του πείτε να σας δώσει τα λεφτά και ελάτε να σας μεταλάβω.

 

Τα παιδιά απογοητευμένα έφυγαν από την εκκλησία και κλαίοντας έτρεξαν ολόισια προς το σπίτι τους. Ξωπίσω τους κλαίοντας και η μάνα τους. Ο Μερέζας καθόταν στην αυλή του σπιτιού του και πελεκούσε κάτι ξύλα. Μόλις τα παιδιά ον αντίκρισαν άρχισαν όλα μαζί να κλαίνε δυνατά. Ο Μερέζας στράφηκε αμέσως σ’ αυτούς.

 

-     Ρε ήντα που επάθετε τζιαι κλαίετε ούλλοι σας*; Εν σας εμετάλαεν ρε η μάνα σας; Ήντα που πάθετε;

-     Όϊ, είπε μέσα από τα κλάματά του ο Αναστάσης. Η μάνα μας επήρεν μας να μας μεταλάει αλλά ο Παπάς εν μας εμετάλαεν.

-     Γρωστάς του λειτουρκικό, είπεν μας, τζιαι αν δεν του το πκιερώσεις* εν θα μας μεταλάει, συνέχισε κλαίοντας ο Χρίστος.

-     Εν σας εμετάλαεν ρε τζιαι κλαίετε, εν αντρέπεστε δηλαδή;

-     Μα παπά, εν μας εμετάλαεν, αφού, ακούστηκε μες τυα αναφιλητά της και η Χρυσούλα.

-     Ελάτε ρε δα που εννά μου κλαίετε, να σας δώκω εγιώ ρε όσο θέλετε. Με μιας μπήκε μέσα στο σπίτι. Άρπαξε από το ράφι μια μουκάλα κρασί, άρπαξε και το μεγάλο μπρίκι και το γέμισε. Ύστερα έκοψε μέσα λίγα ψίχουλα από ένα σιταρένιο ζηρό ψωμί, πήρε ένα κουτάλι και με αυστηρή φωνή πρόσταξε την γυναίκα του.

-     Φέρε ρε μιαν μαντηλιάν τζιαι λα να σταθείς δίπλα μου γλίορα.

 

Λειτουρκικόν = ετήσια φορολογία, εισφορά των χριστιανών προς την εκκλησία.

Ούλλοι σας = όλοι σας

Πκιερώσεις = πληρώσεις

 

 

Με ύφος ιεροκήρυκα ο Μερέζας άρχισε:

 

-     Μετά φόβου Θεού Πίστεως και αγάπης προσέλθετε. Πιστοί προσέλθετε να μεταλάβετε το σώμα και αίμα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Κι ύστερα:

-     Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Αναστάσιος.

-     Μεταλαμβάνει ο δούλος του Θεού Χρυσούλα.

 

Έναν-έναν ο Μερέζας τους μετάλαβε όλους.

 

Τελευταία άφησε τη γυναίκα του, μα αυτή δεν ήταν σύμφωνη με το αστείο του συζύγου της και αρνήθηκε. Ύστερα  ρώτησε τα παιδιά του αν είναι ευχαριστημένα και όταν όλα απάντησαν θετικά τους είπε:

 

-Εμετάλαα σας, είσαστεν ευχαριστημένοι, αλλά όϊ να πάτε να το πείτε κανενού γιατί αν το μάθει τούτος ο πελλοπαπάς εν τζιαι θάφκει με αύριον που ννα πεθάνω, έννοια που με έπκιασεν δηλαδή.

 

Τα παιδιά έδωσαν έξω στην αυλή τραγουδώντας και φωνάζοντας ικανοποιημένα που τους μετάλαβε ο πατέρας τους.

 

Ο Σταυρής, ο γείτονας που περνούσε εκείνη την ώρα από εκεί, άκουσε τους νεαρούς που φώναζαν και κάτι κατάλαβε. Φώναξε, ωστόσο, τον Αναστάση για να βεβαιωθεί.

 

-     Ναι θκιε, λέει παρήφανα ο Αναστάσης, έμμας εμετάλαεν ο Παπάς γιατί μήσιη* μου γρωστά* του ο τζιήρης* μου το λειτουργικό. Ήρταμεν τζιαι μεις έσσω τζαι μετάλαε μας ο τζιήρης μας τζιαι θέμα καλλύττερα του. Αλλά θκιέ, ο τζιήρης μας είπε να μεν το πούμε κανενού γιατί αν το μάθει ο Παπάς εν τζιαι θάφκει τον αύριον που να πεθάνει.

 

Μήσιη μου = τάχατες, δήθεν

Γρωστά = χρωστά

Τζιήρης = πατέρας

 

Δεν άργησε το γεγονός να το μάθει και να το συζητά όλο το χωριό. Και βέβαια δεν άργησε να φτάσει και στα αυτιά του ΠαπαΝεόφυτου που εξοργίστηκε σφόδρα από το μεγάλο αμάρτημα του Μερέζα.

 

Βράδιασε και όλοι οι άντρες του χωριού κατά που συνήθιζαν βρίσκονταν στο καφενείο για να πιουν τον καφέ τους να καλαμπουρίσουνε και να παίξουνε το χαρτί τους. Ο Μερέζας καθόταν, όπως πάντα, σε μια γωνιά του καφενείου σκεφτικός και κάπνιζε. Ξάφνου, στο καφενείο μπαίνει οργισμένος ο ΠαπάΝεόφυτος. Οι Θαμώνες προσηκώθηκαν, ως άρμοζε, του Παπά προσφέροντας του καρέκλα για να καθίσει. Ο Παπάς όμως δεν έδωσε σημασία σε κανένα, κατευθύνθηκε προς τον Μερέζα.

 

-     Είναι αλήθεια ρε Μερέζα αυτό που έχω ακούσει, χωρίς φόβον Θεού μετάλαβες τα παιδιά κοροϊδεύοντας τα ότι τους έδωσες σώμα και αίμα Χριστού;

 

Ήρεμα ο Μερέζας απάντησε.

-     Ψέματα εγιώνη εν λαλώ δάσκαλε, εμετάλαβα τους τζιαι ‘ πνασεν η τζιαιφαλή μου που τα κλάματα τους. Έσιη κανένα πρόβλημα;

-     Και βέβαια υπάρχει πρόβλημα, είπε αυστηρά ο Παπάς. Ποιος έδωσε σε σέναν τον αμαρτωλό το δικαίωμα να προσφέρεις των αχράντων τα μυστήρια; Δεν καταλαβαίνεις ότι αυτό που σήμερα έπραξες αποτελεί μέγα αμάρτημα;

-     Μάντα αμάρτημα έκαμα σιόρ; Απαντά τώρα θυμωμένα ο Μερέζας. Είμαι εγιώ που έκαμα αμαρτία οξάν εν εσού που κολάστηκες; Τι σου εκάμασιν σιόρ μιτσιοί μου τζιαι ‘δκιωξες τους που την εκκλησιάν τζιαι εν τους εμετάλαες;

 

-     Ξέχασες κάπηλε της εκκλησίας μας ότι φέτος δεν έχεις ακόμη πληρώσει το λειτουρκικόν ως όφειλες για τον ιερέα;

-     Γιατί εξίασεν ο Ιερέας τίποτε το ξινάριν* τους μες το χωράφι μου; Τι σου φταίξασιν σιόρ οι μιτσιοί* μου αν εγιώ γρωστώ σου πέντε παλιοπαράες τζιαι κλαμούρισες μου τους μες την εκκλησιάν; Εν έτσι που εδίδαξεν σιόρ ο Γριστός; Άμαν σου γρωστούν να μεν τους μεταλάεις; Εκαταντήσετε μας τζιαι τη θρησκείαν πκιον στα μέτρα σας.

 

Ξινάριν = αξίνα

Μιτσιοί = τα μικρά

 

 

 

 

 

 

-     Τούτος γρωστά μου εν τον μεταλάω, του άλλου εμμαρέσει η φάτσα του εν τον εκκλησιάζω; μα ενομίσετε ότι η θρησκεία εσουσουνάριν τζιαι ότι σας αρέσκει εννα κάμνετε;

 

Οι θαμώνες κατάλαβαν ότι ο Μερέζας «άναψε» για τα καλά γι’ αυτό και επέμβηκαν να τον σταματήσουν, ενώ την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι πήραν τον Παπά μακριά του.

-     Ακούστε να σας πω, πρόλαβε να φωνάξει ο Μερέζας, με παπάν έχω ανάγκη εγιώνη με χότζαν…

 

Φαίνεται πως ο Μερέζας κράτησε τον «λον» του. Περάσαν χρόνια πολλά αλλά δεν ξέχασε ποτέ την αντιπάθεια του με τους παπάδες. Και αν τύχαινε κάποιος χωριανός να’λεγε ένα λόγο κακό για τους παπάδες, του ‘λεγαν «Μα έκαμασε ο Μερέζας που εν μπορεί να θωρεί Παπάν ομπρός του;»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τον τζιαιρόν του Θέρους

 

Ο Ευριπίδης ο Καπάταης ήταν από τους προύχοντες του χωριού του. Άντρας δυνατός που όταν καθόταν στο καφενείο είχε πάντα τον κύριο λόγο. Ό,τι έλεγε ήταν γι' αυτόν τετραγωνικά ορθό και δεν χωρούσε καμιά αμφισβήτηση από κανένα. Είναι για αυτό άλλωστε που στο χωριό τον φώναζαν και Καπάταη.

Του άρεσε πάντα όταν καθόταν στο καφενείο να διηγείται ιστορίες από τα παλιά. Ιστορίες βγαλμένες μέσ από την πολυτάραχη ζωή του. Το πιό ενδιαφέρον βέβαια ήταν πως όταν άρχιζε τη διήγηση του, λες και το κάθε τι το ξαναζούσε στιγμή τη στιγμή.

Ήταν απόγευμα και αρκετοί χωριανοί μαζεύτηκαν όπως κάθε μέρα στο καφενείο του χωριού. Δύο παιδάκια, στο δημοτικό μπορεί να μην είχαν φοιτήσει ακόμα, έφτασαν τρεχάτα. Από τις τζέπες τους κουδούνιζαν ππαράδες. Προχώρησαν κατευθείαν μέσα προς τον καφετζή. Σε λίγα λεπτά οι πιτσιρικκάδες επέστρεψαν έχοντας γεμάτες τις χούφτες τους  με αφροζάκια, σοκολάτες και λουκούμια. Βλέποντας τους ο Καπάταης σούφρωσε το αυστηρό του φρύδι λες και οι πιτσιρικκάδες του έφταιξαν σε κάτι. Ύστερα με δυνατή φωνή που έμοιζε με παράπονο είπε: " Που στους τζιαιρούς μας, στην ηλικία τους, που να κοντέψουμεν  εμείς του καφενέ*". Πέρασαν λίγα λεπτά σιωπής και κοιτάζοντας κατά το βουνό αντίπερα με μελαγχολική φωνή άρχισε να διηγείται:

Ήταν λίγα χρόνια πριν το μεγάλο πόλεμο, τζιαιροί δύσκολοι, θυμούμαι Τρίτη της λαμπράς τζιαί όπως κάθε χρόνο επκιάσαμεν των ομαδκιών μας. Επιαίανναμεν ως την Μεσαρκά

Καβενέ=καφενείο

9

νάβρουμε δουλειά, να θερίσουμεν. Οι χωρκανοί μας ήταν ξακουστοί θεριστάες, τζιαί οι γεναίτζιες μας καλές τζιαί γλίορες αγκαλιαρκιές*. Αθθυμούμαι τούτην την γρονιάν επήαμεν μιά κομπανία*, εγιώ ο Στυλιανός του Έλληνα, ο Γιωρκής, ο Ούττος, ο Μηνάς με την γεναίκαν του, ο γέρος ο Πάναος τζιαί κουβαλούσαμεν τζιαί τους μιτσιούς μας τζιαί βασανίζαμεν τα, τα καϋμένα".

Ο Καπάταης σταμάτησε λίγο, ξερόβηξε, έφτυσε στο μαντήλι του του όπως συνήθιζε και συνέχισε τη διήγηση του:

"Ήβραμεν δουλειά στο Αβδελλερό. Πορνόν-πορνόν επκιάνναμεν δουλειάν. Ο Πανάος ήταν πρωτορκάτης*, ύστερα εμείς, τζιαί ακολουθούσαν οι αγκαλιαρκιές.

Μιάν εφτομάαν εθερίζαμεν τζιαί είχαμεν ακόμα ομπρός μας κάμπους να θερίσουμεν. Την δεύτερην εφτομάαν έπκιασεν μιά βροσιή, κατακλυσμός. Τα νερά εν εσταματούσαν με μέραν με νύχταν. Την τρίτην μέρα του κακού ήρτεν ο μάστρος τζιαί λαλεί μας  'εντζιαι μπορώ κοπέλια να σας ταίζω, να σας κονεύκω, έχω τζιαί γιω τα προβλήματα μου, εν τζι οι ζημιές που τον Θεό…

Μες τζιην το κακόν ούλλον επκιάσαμεν τα πράματα μας, τζιείνα που είχαμεν τζι' έπήαμεν στες λόντζες του Άη Λαζάρου. Ήταν τότε το καταφύγιον τους φτωχούς τζιαί τους πεινασμένους. Αλλά πόσο να πάει, σε δκυο-τρεις ημέρες έμμας έμεινεν κόρτα ψουμίν να φάμεν. Που να πάεις τζιαι που να' άρτεις μέσα σε ξένον τόπον τζιαι τα νερά εν εδκιάζασιν.

Άρκεψεν μας η πείνα. Εμείς οι μιάλοι εκάμναμεν λλίην

 

Αγκαλιαρκιές =οι γυναίκες που έδεναν σε δεμάτια τα θερισμένα σιτηρά

Κομπανία= παρέα, ομάδα

Πρωτορκάτης=μπροστάρης θεριστής

Κονεύκω=φιλοξενώ

10

 

 υπομονήν αλλά οι μητσιοί…".

Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα, στο λαιμό του Καπάταη δέθηκε ένας κόμπος, τα μάτια του βουρκώσαν, ξερόβηξε λίγο κι ύστερα έφτυσε τη φορά αυτή στο έδαφος. Το πάτησε μετανιωμένα και το διάλυσε. Ύστερα συνέχισε πάλιν την διήγηση του:

"Θυμούμαι τον Πάναον, εσηκώστην έναν πρωί τζι' έβαλεν μιάν σακκούλα στον νώμον* του τζιαί λαλεί μας "μείνετε δαμαί ρε τζιαι γιω να σας ταίσω" τζιαί λάμνησεν* αλυπόλητος μεσ' τα νερά τζιαι τες λάσπες.

Εμείς τι να κάμουμεν έξω έβρεσιεν, τζιαί οι μιτσιοί μέσα εκλαίαν. Κατά το μεσομέριν εδέησεν ο αφέντης μου ο Θεός τζιαί φάνην στην πόρτα ο Πάναος με την σακκούλα στον νώμον. Εστάθην κορτωτός τζιαί φώναξε μας δυνατά:

"Ελάτε ρε τζι' έφερα σας να φάτε, ζαττίν* να σας λείψω εγιώ έννα πεθάνετε της πείνας".

Εφκιέρωσεν την σακκούλαν μεσ΄την λόντζαν τζι' εππέσαν που μέσα οι κόρτες* των ψουμιών. Εδώκαμεν πάνω σαν τους ατούς. Οι μιτσιοί επάθαν σαν τους πελλούς*.

Τούντο βκιολίν με τον Πάναον επήεν μιάν εφτομάαν. Εσηκώνετουν που το πρωίν τζι αλυπόλητος εγύριζεν τα σπίδκια μες τες λάσπες τζιαι τα νερά, "ελεημοσύνην, γρισκιανοί, έχω μιάλην φαμίλια* τζιαι πεινά", ώσπου τα νερά εσταματήσασιν τζιαι βκήκαμεν τζιαι μεις έξω τζιαι γυρέψαμεν δουλειάν…

 

Νώμον= ώμος

Ελάμνησε= εξεκίνησεν

Ζαττίν=αν

Κόρτα=φέττα, κομμάτιν

Πελλοί- τρελλοί

Φαμίλια= οικογένεια

 

11

 

 

 

 

 

ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

«Ο Σιηλιονιάς του Τρυφωνή»

 

Του

Νεόφυτου Παπαλάζαρου

 

Τάραξε* ρε τάραξε, εν σώνεις, εκούνεψες* τέλεια. Το πουρνόν* στο παναύριν της Έζουσας να δεις ήντα που να σου κάμω. Θα σε δώκω τζιαι θα πκιάσω έναν άλλον καλλύτερον γλήορον».

 

Έτσι θύμωνε κάθε τόσο και απειλούσε το γάιδαρο του ο Τρυφωνής.

Ήταν αλήθεια πως τον τελευταίο καιρό ο «σιηλιονιάς» όπως έλεγαν το ζώο του, άρχισε να τεμπελιάζει.

 

Η Παλεττού, η γυναίκα του Τρυφωνή, γνώριζε το λόγο και τον έλεγε στον άντρα της:

- Κούτσιης του* τζιαι λλίον κριθάρι ρε του μαυρογέρημου, τζιαι μεν το λυπάσαι. Μεν το αφήνεις το κτηνόν με την ποκαλάμην…   

 

Είκοσι εννέα του Ιούνη και ήταν η μεγάλη ζωοπανήγυρις της περιοχής.

Κόσμος από όλα τα γύρω χωριά, ακόμα και από τα μακρινά ερχόντουσαν στο πανηγύρι της Έζουσας να φέρουν τα ζώα τους, να πωλήσουν ή να αγοράσουν, να φέρουν προϊόντα που οι ίδιοι παρήγαγαν, να αγοράσουν ή να τα ανταλλάξουν με άλλα.

 

Ο Τρυφωνής ξεκίνησε με μια παρέα χωριανούς του καβάλα στα γαϊδούρια τους για το μεγάλο πανηγύρι, μόλις χάραξε το πρώτο φως. Πρωί – πρωί ήταν κιόλας στο πανηγύρι. Ο καθένας τράβηξε για τον στόχο του. Άλλοι προσπάθησαν να βρουν μια θέση κεντρική για να πωλήσουν την πραμάτια τους και άλλοι γύριζαν να βρουν αυτά που τους ενδιέφεραν.

 

Ο Τρυφωνής πήρε το ζώο του από την μουταρκά* και τράβηξε για την πρώτη παρέα του βρήκε μπροστά του. Ένα τσούρμο τσιγγάνοι παζάρευαν ένα γέρικο γαϊδούρι ενός γέροντα. Αρχηγός των  τσιγγάνων ήταν ο Κασούμης, ξακουστός ζωέμπορος της περιοχής. Η παρέα του ήταν παιδιά και εγγόνια του που πήγαιναν μαζί του σε όλες τις ζωοπανηγύρεις.

 

Ο Κασούμης, με αστραπιαία κίνηση πήρε το γαϊδούρι του γέροντα από το κεφάλι έμπηξε τα χέρια στο στόμα του, υποχρεώνοντας το να το ανοίξει. Κοίταξε για λίγο τα δόντια του γαϊδάρου και ύστερα με δυνατή φωνή στράφηκε στον γέροντα:

 

- Είδες, εν παλιόγαρος, θκειέ τζαιαι με μας περιπαίζεις, ζητάς ριάλια πολλά τζιαι το γαούριν σου έτσι ππαράν εν κάμνει.

- Το γαούριν μου – απαντά ο γέρος πεισματικά – εν που τα καλλύτερα, εν’ ψηλός ο γέρημος τζιαι εν μπορεί η κοτζιάκαρη μου να καβαλλιτζιέψει οξά εν τον επούλουν με τίποτε. Εν ίλαρον κτηνόν τζιαι γλήορον…

 

Τάραξε = κινήθου

Εκούνεψες = ετεμπέλιασες

Πουρνόν = το πρωί

Κούτσιης του =βάλε του (να φάει)

Μουταρκά = το σχοινί με το οποίο έδεναν από το κεφάλι το ζώο

- Άτε πάλαι τα ίδια, είπε με θυμό ο Κασούμης. Θκειέ, μα νομίζεις εν καταλάβουμεν εμείς; Που τα σιέρκα μας επεράσασιν σιηλιάες, αλλά το γαούριν σου εν κάμνει τα ριάλια που ζητάς.

 

Ο γέρος τράβησε από το σχοινί το γαϊδούρι του και χωρίς να δώσει άλλην σημασία στους τσιγγάνους απομακρύνθηκε.

 

Εν τζιαι γιω για το ζωντανόν μου που ενδιαφέρομαι, είπε με φόβο ο Τρυφωνής, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον τη συζήτηση που προηγήθηκε.

 

Ο Κασούμης κοίταξε με ένα αυστηρό βλέμμα τον Τρυφωνή, ύστερα γύρισε προς τον γαϊδαρο, τον περιεργάστηκε και αυτόν καλά – καλά και με τα έμπειρα του χέρια πήρε το κεφάλι του γαϊδάρου, άνοιξε το στόμα και κοίταξε επίμονα τα δόντια του λες και τα μετρούσε. Ύστερα στράφηκε προς τον Τρυφωνή λέγοντας του αποφασιστικά:

 

- Καλόν το κτηνόν σου αλλά τεμπέλικον, τζι΄εν σώννει. Εν΄ηξέρω γιαβρού, ήντα να το κάμωμεν αν το πκιάω.

- Καλάν – καλά – είπεν ο Τρυφωνής εν τζιαι θέλω πολλά ριάλια αλλά θέλω να τον δώκω τζιαι να βρω άλλο κτηνό να πκιάσω.

 

- Καλά κουμπάρος, αν εν΄έτσι το πράμαν αλλάσσει. Να πκιάουμεν το κτηνό σου να μεν σε κακοκαρτήσουμε* τζιαι να βρούμεν άλλο κτηνό για λλόου σου, πρώτον πράμαν. Μεν φοάσαι, ο Κασούμης είμαι γιω, έννοιαν μεν έσιεις, άλλο κτηνόν να βρω εγιώ καλλύτερον που τούτον. Τώρα πε μας πόσα θέλεις να τα δώκουμεν για τούντο παλιοκτηνόν.

 

- Πέντε λίρες είπεν ο Τρυφωνής με ετοιμότητα.

- Πέντε λίρες! Φώναξαν σχεδόν ταυτόχρονα οι τσιγγάνοι λες και ήταν συνεννοημένοι να το φωνάξουν μαζί.

- Όϊ κουμπάρος, για όνομα του Αλλάχ, μα περιπάίζεις μας σίγουρα χωραττεύκεις* μας ρε κουμπάρε, τούντο γαούριν εν πάει τόσα ριάλια.

Οι άλλοι τσιγγάνοι κούνησαν τα κεφάλια δείχνοντας ότι συμφωνούσαν απόλυτα με τον αρχηγό τους.

- Καλά σιόρ, πέτε μου τζιαι σεις μια τιμήν, είπεν απελπισμένα ο Τρυφωνής.

- Να σου πω κουμπάρος το κτηνό σου ανάμισι λίρα εν κάμνει.

- Μα ποττέ, το γαούριν τούτον ανάμισι λίραν, όϊ αφήστε μου το τζιαι να πάω αλλού, είπεν αποφασιστικά τη φοράν αυτήν ο Τρυφωνής και κίνησε να φύγει.

- Ε κουμπάρε, γιαβάς – γιαβάς* που πήρε φόρα – του είπε αρπάσσοντας το από το χέρι τον Τρυφωνή – γιατί θυμώνει χαρώ σε. Το κτηνό σου είπα τόσα αξίζει. Τέλος πάντων εφάνης μου καλός άδρωπος τζιαι εν θέλω κακοκαρτήσω σε. Να πκιάω το κτηνό σου τζιαι να σου εύρω άλλον κτηνό, πρώτον πράμαν. Να σου δώκω κουμπάρος δκιο λίρες χαλάλιν τζιαι μεν έσιεις έννοιαν εγιώ το μεσομέριν νάρτω δαμαί να φέρω σου άλλον γαούριν, αλλά μεν πεις κανενού ήντα ππαράν έδωκα σου για το κτηνό γιατί εννά περιπαίζουν* τον φίλο σου τον Κασούμην.

 

Κακοκαρτίσω = να σου χαλάσω χατήρι

Χωρατεύκεις = αστειεύεις

Γιαβάς – γιαβάς = σιγά – σιγά

Περιπαίζουν = κοροϊδεύουν

Ύστερα έβγαλε το κομπόδεμα του και έδωσε τις δύο λίρες στον Τρυφωνή.

- Εντάξει κουμπάρε, τζιαι όπως είπαμεν μεσομέριν καρτέρα δαμαί ο λος του Κασούμη εν κοτσάνιν α, μεν με περιπαίξεις.

- Ποττέ ολάν, είπε ο Τρυφωνής άλλον κτηνόν εν έχω πρέπει να εύρω άλλον να πάρω στο χωρκόν.

- Έννοιαν μεν έσιεις, είπαμεν – και τον κτύπησε ελαφρά στον ώμο και χάθηκε μέσ’ τον κόσμο.

 

Ο Τρυφωνής τι να κάνει, γυρόφερνε στο χώρο του πανηγυριού και το μεσημέρι όπως συμφώνησαν πήγε στον τόπο όπου είχαν ορίσει το ραντεβού με τον γύφτο και τον περίμενε.

 

Ο Κασούμης δεν άργησε να έρθει. Ερχόταν με το τσούρμο των παιδιών και των εγγονιών του όπως συνήθιζε πάντα να πηγαίνει στα πανηγύρια έχοντας στη μέση τους ένα γαϊδούρι. Τον κρατούσαν από κοντά και αυτό βάδιζε γρήγορα και καμαρωτά.

Είχαν φορέσει στο ζωντανό μια όμορφη μουταρκά από αυτά τα κεντήματα που φτιάχνουν οι ίδιοι οι τσιγγάνοι.

- Έλα να δεις κουμπάρε ήντα πράμαν σου έφερα καλλίτερον του εν έσιει πούποτε. Έφερε το ζώο κοντά στον Τρυφωνή και με ένα επιδέξιο τρόπο το τσίμπησε μ’ ένα σουγιά στην κοιλιά και αυτό πετάχτηκε με μιας ψηλά σαν βουκεφάλας.

- Πρώτον πράμαν κουμπάρε, καλλίτερον του εν έσιει μες το παναύριν λαλώ σου. Ύστερα πλησίασε τον Τρυφωνή έσκυψε στο αυτί του και του είπε: Κουμπάρε που σέναν θέλω πέντε λίρες, μόνον πέντε γιατί έδωκες μου δικό σου κτηνό. Αλλά είπα σου για σέναν δηλαδή. Άτε κουμπάρος οϊ πολλές κουβέντες άτε γλήορα τζιαι έσιει πολλήν δουλειάν πίσω να κάμει.

 

Ο Τρυφωνής έβγαλε το «πουτζιήν» του για να δώσει τις πέντε λίρες και να πάρει το γαϊδούρι. Ο Κασούμης άρπαξε κυριολεκτικά τις πέντε λίρες από το χέρι του Τρυφωνή και εξαφανίστηκε με την φαμίλια του μέσα στο πλήθος.

 

Περιπαίζουν = κοροϊδεύουν

Ο Τρυφωνής έμεινε αποσβολημένος στον τόπο. Διαισθάνθηκε πως κάτι δεν πήγε καλά. Το ζώο πλησίασε και άρχισε να τον μυρίζει λες και τον γνώριζε. Αυτός συνήλθε, το πήγε πιο κάτω που κάποιοι πωλούσαν σαμάρια και του αγόρασε ένα. Το καβάλλησε και κίνησε για τον δρόμο της επιστροφής.

 

Το νέο γαϊδούρι φάνηκε πως πράγματι ήταν πιο γρήγορο και δυνατό από το προηγούμενο. Αλλά το πιο εντυπωσιακό ήταν ώς το γαϊδούρι γνώριζε καλά τον δρόμο του. Ακόμα και τα συντόμια που ήρθαν το πρωί στο πανηγύρι τα γνώριζε και αυτά. Θα είναι σίγουρα από αυτές τις περιοχές σκέφτηκε ο Τρυφωνής. «Αλλά ούτε το όνομά του δεν μου είπαν οι γύφτοι» σκέφτηκε και απόρησε που ένα τέτοιο σοβαρό πράγμα δεν το ρώτησε.

 

Ύστερα από κάμποσες ώρες δρόμο έφτασε επιτέλους στο χωριό. Το ζώο πήρε το στενό δρομάκι και βγήκε στην κάτω βρύση, εκεί που συνήθιζαν οι χωριανοί να ποτίζουν τα ζώα τους. Έσκυψε ήπιε κάμποσο νερό και ύστερα πήρε το στενό πέτρινο δρομάκι για το σπίτι του. Δεν πρόλαβαν να φτάσουν στο σπίτι και ο Τρυφωνής με δυνατή φωνή διέταξε:

 

- Σιο κτηνό μου, ήρταμεν, καρτέρα λίον μεν εσιάσιαρες*. Ύστερα στράφηκε προς το σπίτι του φωνάζοντας: ρε Παλεττού, άνοιξε το ξωπόρτι να μπει το κτηνόν έσσω.

- Η Παλεττού πήγε κοντά στο ζώο το κοίταξε καλά-καλά και είπε με δυνατή φωνή στον Τρυφωνή. «Ρε επήες να πουλήσεις τον Σιηλιονιά τζιαι έφερες τον πάλαι, πίσω.

- Πκιοο Σιηλιονιά ρε – λέει ο Τρυφωνής. Έδωκα τον τους γύφτους, τούτος εν άλλος.

- Έδωκες τον οξά επούλησες τους τον ρε.

- Επούλησα τον ρε λαλώ σου.

- Τζιαι πόσα τον έδωκες;

- Ε, ε δικιό λίρες εδώκαν μου για τον παλιόγαρο.

- Ε, τζιαι για τούν’ τον κάμηλον πόσα τους έδωκες χαρώσε.

- Ε τούτον εν άλλο κτηνό γερόν, γλήορον….

- Ρε πόσα σου τον εδώκασιν τούτον;

 

- Ε τούτον είχαν τον κάτι κιλίτζιροι* τζιαι έδωκαν μου τον …πέντε λίρες, πέντε μόνον.

- Εδώκαν σου τον, οξά εστραβώσαν σε τζιαι ξαναδώκαν σου τον Σιηλιονιάν μας πίσω. Ρε, μα ‘σαι τέλεια στραός*, εν αμπλέπεις; ρε τούτος εν’ ο Σιηλιονιάς που είχαμεν που τον τζιαιρόν του μακαρίτη του τζιηρού σου;

 

Ο Τρυφωνής τα ‘χασε πέρασε με μιας σαν αστραπή η όλη διαδικασία πώλησης του «Σιηλιονιά» και η αγορά του καινούριου του γρήγορου… Οι γύφτοι που βιάστηκαν να του τον πωλήσουν, ο Κασούμης που του άρπαξε τις πέντε λίρες από το χέρι και εξαφανίστηκε…

 

- Ρε που νάσιεις τα νάθεμα τόσα χρόνια που έχουμεν έσσω μας το κτηνό τζιαι εν εκατάλαβες πως εν το δικό μας, εν ο Σιηλιονιάς μας; Εκουρέψαν τον εβάλαν του άλλη μουταρκά πέρκιμον να του κουτσιήσαν τζιαι λίον κριθάρι να φάει να σώνει τζιαι δώκαν σου τον, τζιαι σου χαμπάριν εν επήρες.

 

Ο Τρυφωνής εκατσούφκιασε, δεν ήξερε τι να πει, τα πόδια του δεν τον σήκωναν. Κάθισε σε μια πέτρα στην αυλή του, σκεφτόταν και ξανασκεφτόταν όλα όσα έζησε στο πανηγύρι της Έζουσας, μονολογώντας:

 

«Αμάν, ήντα που ‘παθα, εστραβώσαν με οι κκιλίτζιροι, τζιαι εν με κάνε, επκιάασιν το κτηνό μου μούχτιν τζ’ επουλήσαν μου τον διπλάσια ριάλια, ρε Κασούμη, ρε Κασούμη… 

 

 

Εσιάσιαρες = εβιάστηκες

Κκιλίτζιροι = γύφτοι

Στραός = τυφλός

 

 

 

.
FaceBook  Twitter  

Ενημερωτικό Δελτίο

Εγγραφείτε τώρα για άμεση ενημέρωση μέσω e-mail



Τελευταία Νέα

You are here:   ΑρχικήΠΟΛIΤΙΣΜΟΣΝΕΟΦΥΤΟΣ ΠΑΠΑΛΑΖΑΡΟΣ
ΠΕΟ ΜΕΝΟΥ